Η 4η Ιουλίου του 2004 αποτελεί το σημείο αναφοράς κάθε συζήτησης γύρω από την Εθνική Ελλάδας. Η ομάδα του Ότο Ρεχάγκελ νίκησε 1-0 την Πορτογαλία στον τελικό με το γκολ του Άγγελου Χαριστέα και ολοκλήρωσε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, η Ελλάδα διαθέτει μια εντελώς διαφορετική ποδοσφαιρική γενιά. Το ερώτημα δεν είναι αν οι σημερινοί μπορούν να γίνουν οι «νέοι πρωταθλητές Ευρώπης». Είναι τι άλλαξε από το 2004 μέχρι το 2026.
2004: Προσωπικότητα, εμπειρία και ξεκάθαροι ρόλοι
Η ομάδα του Ρεχάγκελ είχε ποδοσφαιριστές που γνώριζαν ακριβώς τι έπρεπε να κάνουν στο γήπεδο. Νικοπολίδης κάτω από τα δοκάρια, Δέλλας και Καψής στην άμυνα, Σεϊταρίδης και Φύσσας στα άκρα, Ζαγοράκης, Μπασινάς, Καραγκούνης και Κατσουράνης στη μεσαία γραμμή, με Χαριστέα και Βρύζα μπροστά.
Δεν ήταν μια ομάδα που προσπαθούσε να κερδίσει μέσα από την ατομική υπεροχή. Κέρδιζε μέσα από τη συνοχή.
Ο ίδιος ο Καραγκούνης έχει επισημάνει ότι ο Ρεχάγκελ κατάφερε να δημιουργήσει στην Εθνική χημεία αντίστοιχη με εκείνη ενός συλλόγου. Ο Ζαγοράκης ήταν η προσωπικότητα του κέντρου και αναδείχθηκε παίκτης της διοργάνωσης, ενώ Νικοπολίδης, Δέλλας και Σεϊταρίδης βρέθηκαν επίσης στην καλύτερη 23άδα του EURO.
2026: Περισσότερη τεχνική, ταχύτητα και ένας εναντίον ενός

Η σημερινή γενιά έχει διαφορετική πρώτη ύλη.
Ο Χρήστος Τζόλης δίνει ταχύτητα, γκολ και παιχνίδι από τα άκρα.. Ο Κωνσταντίνος Καρέτσας προσθέτει ντρίμπλα, αριστερό πόδι και το απρόβλεπτο στο τελευταίο τρίτο.
Ο Χρήστος Μουζακίτης αντιπροσωπεύει μια διαφορετική σχολή Έλληνα χαφ: άνεση με την μπάλα, γρήγορη κυκλοφορία και δυνατότητα να οργανώσει από χαμηλά. Πιο πίσω, ο Κωνσταντίνος Κουλιεράκης συνδυάζει δύναμη με ικανότητα στην πρώτη πάσα, ενώ ο Κωνσταντίνος Τζολάκης αποτελεί την βασική κολώνα όλου του εγχειρήματος από την θέση του τερματοφύλακα.
Και μπροστά υπάρχει ο Βαγγέλης Παυλίδης, ένας φορ που δεν περιορίζεται στην περιοχή, αλλά μπορεί να συνδεθεί με τους μεσοεπιθετικούς και να συμμετέχει στην ανάπτυξη.
Από το «σύνολο πάνω απ' όλα» στο ατομικό ταλέντο μέσα στο σύνολο
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη διαφορά.
Η Ελλάδα του 2004 προσαρμοζόταν στον αντίπαλο, έκλεινε χώρους και περίμενε τη στιγμή της. Απέναντι σε ομάδες με πολύ μεγαλύτερη ατομική ποιότητα κατάφερε να επιβάλει τα δικά της χαρακτηριστικά. Η αποτελεσματικότητά της στις στατικές φάσεις και η αμυντική οργάνωση αποτέλεσαν βασικά όπλα της.
Η γενιά του 2026 διαθέτει περισσότερους ποδοσφαιριστές που μπορούν να δημιουργήσουν μόνοι τους μια φάση.Παυλίδης,Τζόλης και Καρέτσας μπορούν να επιτεθούν στο ένας εναντίον ενός, ενώ πίσω τους υπάρχει μια νέα γενιά παικτών περισσότερο εξοικειωμένη με το παιχνίδι κατοχής και την ανάπτυξη από χαμηλά.
Το 2004 δεν χρειάζεται να γίνει βάρος

Εδώ κρύβεται και η μεγαλύτερη παγίδα της σύγκρισης.
Η γενιά του 2004 έχει κάτι που καμία επόμενη δεν μπορεί να της αφαιρέσει: το αποτέλεσμα. Έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης απέναντι σε μερικές από τις ισχυρότερες ομάδες της εποχής.
Η γενιά του 2026 έχει κάτι εντελώς διαφορετικό: την προοπτική.
Δεν χρειάζεται ο Τζόλης να γίνει ο νέος Χαριστέας ή ο Κουλιεράκης ο νέος Δέλλας.
Το 2004 έγραψε τη δική του ιστορία.
Η πραγματική πρόκληση για τη γενιά του 2026 είναι να σταματήσει κάποια στιγμή να συγκρίνεται μαζί της και να δώσει στο ελληνικό ποδόσφαιρο μια νέα ιστορία για να θυμάται.
